Το φωνητικό στυλ του Nat King Cole θύμιζε τους crooner τύπου Bing Crosby και Frank Sinatra και όχι, όπως θα περίμενε κανείς από έναν μαύρο πιανίστα και τραγουδιστή, την γεμάτη μπλουζ ερμηνεία των τραγουδιστών της τζαζ του 40 και του 50. Ήταν μία ηθελημένη παρεξήγηση, την οποία ο Nat King Cole διαχειρίστηκε έξυπνα για να επιβληθεί στο λευκό ακροατήριο και να κερδίσει μια θέση στην λευκή βιομηχανία του θεάματος.
Όταν εγκατέλειψε το υπέροχο τρίο του και παραμέρισε το πιανιστικό του ταλέντο για να γίνει ο τραγουδιστής με τη βελούδινη φωνή που τραγουδούσε ποπ τραγούδια με λουσάτες ορχήστρες, η κοινότητα της jazz του γύρισε την πλάτη. Το 1956 όμως, ποιος ξέρει γιατί, αποφάσισε να δώσει την απάντησή του. Μπήκε στο στούντιο της Blue Note με το τρίο του και μερικούς επιλεγμένους σολίστες, όπως ο τρομπετίστας Harry Sweets Edison, ο τρομπονίστας Juan Tizol και ο σαξοφωνίστας Willie Smith και ηχογράφησε τον πιο jazz δίσκο στην καριέρα του, το “After Midnight” με υπέροχα τραγούδια, επιλεγμένα ώστε να δικαιώνουν και τις δύο πλευρές του: αυτή του μαύρου βελούδινου crooner και αυτή του πιανίστα και τραγουδιστή που είναι βαπτισμένος στα blues και την jazz. Όπως εδώ στο “Sweet Lorraine”.
Το “After Midnight” το πιο ώριμο άλμπουμ του Nat King Cole είναι ταυτοχρόνως και ένα από τα καλύτερα δείγματα swing από μικρά σχήματα. Δείχνει από πού προέρχεται ο ίδιος και η μουσική του, σε μία προσπάθεια να απαντήσει στις κατηγορίες που δεχόταν ότι ξεπουλήθηκε στη λευκή μουσική βιομηχανία. Οι περισσότεροι δίσκοι του Nat King Cole που θα βρείτε στο εμπόριο εστιάζουν στη φωνητική του ερμηνεία και όχι άδικα. Αλλά αυτό εδώ το άλμπουμ είναι αφιερωμένο στη μουσική του. Ακούς ας πούμε το “Route 66” και θες να ταξιδέψεις εκεί, τώρα.
Τα άλμπουμ που έγραψαν την ιστορία της jazz.
Ένα βλέμμα στην πιο περιπετειώδη μουσική, μέσα από τα σημαντικότερα τζαζ άλμπουμ.
Από τον Λεωνίδα Αντωνόπουλο.