Πώς θα ήταν άραγε στον παράδεισο της jazz; Ίσως τα Σαββατοκύριακα, στο καλύτερο μαγαζί, θα ακούγαμε αυτούς τους δύο, μαζί: Louis Armstrong και Ella Fitzgerald. Αυτό μάλλον σκέφτηκε ο δαιμόνιος παραγωγός της εταιρείας Verve, ο Norman Granz.
Και το 1956 έβαλε στο στούντιο τους δύο κορυφαίους μουσικούς. Η μεν Fitzgerald ήταν μία σταθερή αξία, με το κλασικό της ύφος στην ερμηνεία, αποδεκτή πλέον από όλους. Ο Louis Armstrong όμως, παρόλο που ήταν δημοφιλής είχε κάνει εχθρούς ανάμεσα στους αγνούς και παθιασμένους τζαζόφιλους της εποχής, λόγω του έντονου φλερτ με την λευκή αμερικάνικη showbiz. Οι δυο τους, η Ella και ο Louis είχαν βρεθεί στο στούντιο και παλιότερα, στις αρχές της δεκαετίας του ‘40 αλλά το υλικό και η ποιότητα της ηχογράφησης αδικούσαν και τους δύο. Τώρα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Οι συνθήκες ήταν πολύ καλύτερες και το υλικό ανήκε στην αφρόκρεμα των κλασικών τραγουδιών του αμερικάνικου ρεπερτορίου -αν και μεροληπτούσε ελαφρώς υπέρ της Ella. O τίτλος στο άλμπουμ τα εξηγούσε όλα: Ella and Louis.
Το “Cheek to cheek”, αυτή η υπέροχη σύνθεση του Irving Berlin, έμεινε στην ιστορία όπως και ολόκληρο το album “Ella And Louis”. Και ακολούθησαν άλλοι δύο δίσκοι: Το “Ella and Louis Again” και το επίσης κλασικό «Porgy and Bess». Αν μπορούσα να περιγράψω με μια λέξη το μυστικό αυτής της επιτυχίας δηλαδή κάτι πέρα από το τεράστιο εκτόπισμα των δύο μουσικών είναι η σχέση μεταξύ τους, ο τρόπος που συνεργάζονται, που συμπληρώνουν ακόμη και που μιμούνται ο ένας τον άλλο. Ολόκληρο το άλμπουμ είναι υπόδειγμα συνάντησης δύο μεγάλων της jazz. Ένα ιδανικό ντουέτο που δικαίωσε κάθε προσδοκία και παραμένει γοητευτικό και αξεπέραστο όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Τα άλμπουμ που έγραψαν την ιστορία της jazz.
Ένα βλέμμα στην πιο περιπετειώδη μουσική, μέσα από τα σημαντικότερα τζαζ άλμπουμ.
Από τον Λεωνίδα Αντωνόπουλο.
