Πρωινά, Τρίτο, και διαβάζω και πάλι Τζόναθαν Κόου, τη “Λέσχη των Τιποτένιων” (μετ. Γιώργος Τσακνιάς, Πόλις). Είναι ίσως το βιβλίο του με την πιο έντονη σχέση με τη μουσική και γράφει στη σελίδα 136: “Ο κόσμος, ο ίδιος ο κόσμος ήταν απροσπέλαστος, ολόκληρο αυτό το παράλογα τεράστιο, περίπλοκο, τυχαίο, άπειρο κατασκέυασμα, αυτό το ατέλειωτο πλέγμα ανθρώπινων σχέσεων, πολιτικών σχέσεων, πολιτισμών, ιστοριών… Πώς ήταν δυνατόν να ελπίζει κανείς ότι θα κατορθώσει να τα καταλάβει όλα αυτά; Δεν ήταν σαν τη μουσική. Η μουσική έχει πάντα νόημα. Η μουσική που άκουγε εκείνο το βράδυ ήταν διαυγής, κατανοητή, γεμάτη ευφυία και χιούμορ, καημό κι ενέργεια κι ελπίδα. Ποτέ του δεν θα κατανοούσε τον κόσμο, αλλά θ’ αγαπούσε πάντα τη μουσική. Άκουγε τη μουσική αυτή και ήξερε πως είχε βρει μια πατρίδα”. Στις δυσκολότερες των εποχών, καταφύγιο είναι η μουσική, πατρίδα όπως τη λέει ο Κόου. Κι αν οι ήρωες της “Λέσχης των Τιποτένιων” ζουν στο Birmingham, ο τόπος που συνδέεται μέσα μου με τη μουσική είναι το Λονδίνο και ειδικά το Notting Hill Gate, εκεί που άνοιξε το πρώτο Rough Trade, εκεί που είναι το Honest Jon’s αλλά και τα Music & Video Exchange, δισκοπωλεία στα οποία απέκτησα την -όποια- κλασική μου παιδεία.
Κάθε πρωί στις 8.00, ζωντανά, οι εκλεκτικές μας αναζητήσεις, ένα είδος -Αισθηματικής Αγωγής- ξεκινούν από την αναγεννησιακή μουσική, περνούν μέσα από το μπαρόκ, την κλασική, τη ρομαντική και τη μοντέρνα εποχή και συναντούν τη jazz, singers-songwriters απ’ όλον τον κόσμο, μινιμαλιστές και μετα-μινιμαλιστές συνθέτες, παραδοσιακούς ήχους από ολόκληρο τον πλανήτη, κινηματογραφικές επενδύσεις, θεατρικές ηχογραφήσεις και σύγχρονες μουσικές δημιουργίες που ξεπερνούν κάθε κατηγοριοποίηση.
Καλή ακρόαση
Παραγωγή-παρουσίαση: Γιώργος Φλωράκης